Ποντιακό Λεξικό
 
Ξ
 
 

ξάη = καθόλου
ξαμώνω = συγκρίνω  
ξαμώνε = συγκρίνουν
ξαν = ξανά, πάλι
ξενιτέας = ξενιτευμένος
ξενιτία = ξενιτιά
ξάφτω = ανάβω
ξεφτέρ = ξεφτέρι
ξουράφ = ξυράφι
ξουράφαι = ξυράφια
ξύγαλαν = γιαούρτι
ξυγάλτα = γιαούρτια   
ξύδ = ξύδι
ξυλάγκ = ξύλινο δοχείο που κουνώντας το χώριζε το ________ βούτυρο από το αριάνι
ξυλέα = χαστούκι
ξυλέας = χαστούκια
ξυμίτς = γαμψομύτης
ξύνω = χύνω
ξύνε = χύνουν
ξύουμαι = χύνομαι
ξύουνταν = χύνονται
ξυπνητήρ = ξυπνητήρι
ξυπνητήραι = ξυπνητήρια
ξύσκουμαι = ξύνομαι
ξύσκουνταν = ξύνονται
ξυστήρ = ξυστήρι
ξυστήραι = ξυστήρια

 
 
 
 
ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΚΡΩΜΝΑΙΩΝ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ