ΦΡΑΣΕΙΣ - ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ
 
 

Αγνά κι αγνάρα εφάϊσε μας.

Αγνά και εκλεκτά μας τάϊσε.

Μας φιλοξένησε εξαιρετικά.

 

Άμον αζούλιγον γαρκόν.  

Σαν αζούλιχτο μοσχάρι. (Αζούλιχτο = που δεν το έχουν ευνουχίσει.

Για νέο ατίθασο.

 

Άμον αλεπός.

Σαν αλεπού (αρσενικιά).

 Για πανούργο.

 

Άμον άρκος.

Σαν αρκούδα.

Για άνθρωπο μεγαλόσωμο και ρωμαλέο ή αγροίκο ή βάρβαρο.

 

Άμον τίζα εκολλίε με.

Σαν τσιμπούρι μου κόλλησε.

Για άνθρωπο ενοχλητικό που δεν απομακρύνεται.

 

Απάν’  ’ς σ’ αχάντα κάθουμαι.

Επάνω σ’ αγκάθια κάθομαι.

Ανησυχώ πολύ.

 

Αργώς επέμ’νες.

Αργά έμεινες.

Ειρωνικά άργησες να το κάνεις

 

Αφκά  ’ς σα πλάκας-ι-μ’ γράφτ’ ατον.

Κάτω στις πλάκες μου τον γράφω.  

Τον γράφω στα παλιά μου τα παπούτσια.

 

Αψύν οξίδιν έν’.

Δυνατό ξύδι είναι.

Είναι οξύθυμος. 

 

Γουρπάν-ι-σ’ να ‘ίνουμε

Θυσία να γίνω για σένα.

 

Εμαρέθαν τα  ’μάραντα  ’τ’.

Μαράθηκαν τα αμάραντά του.

Μελαγχόλησε.

 

Ενέλτσεν να έρται μετ’ εμέν.

Επιθύμησε να έρθει μαζί μου. 

 

Ενέλτσεν ο κώλος ατ’. 

 Βράχηκε ο κώλος του.

Kατουρήθηκε στον ύπνο του.

 

Επαίρεν άψιμον η τεπέ ατ’.       

Πήρε φωτιά η κορυφή του.        

Έγινε έξαλλος από θυμό.

 

Επεκρεμάγα  ’ς σην γούλαν ατ’.

Κρεμάστηκα στο λαιμό του.

Στήριξα σ’ αυτόν τις ελπίδες μου.

 

Έρθεν κι επέμνεν.

 Ήρθε κι απόμεινε.

 Έμεινε άφωνος από έκπληξη.

 

Εσέγκεν τον νερόν σ’ αυλάκ’.

Έβαλε το νερό στο αυλάκι.

Πέτυχε αυτό που ήθελε.

 

Εσπάλτσεν τ’ οσπίτ’ν ατ’.

 Έκλεισε το σπίτι του.

 Κατάστρεψε την οικογένειά του

 

Εχπαράα κι εχάθα.

Τρόμαξα και χάθηκα.

Τρόμαξα πολύ.

 

Κρούει καλόν τοξάρ’.           

Χτυπάει καλό δοξάρι.

Παίζει ωραία λύρα.

 

Να ποδεδίζω σε.

Να πάρω εγώ το κακό σου, να είσαι εσύ καλά.

Να σε χαίρομαι.

 

Τρανόν γούλαν έχει.

Μεγάλο λαιμό έχει.

Είναι λαίμαργος.

 
ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΚΡΩΜΝΑΙΩΝ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ